Άρθρο του Χρήστου Α. Πλειώτα, Δικηγόρου


ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΓΝΩΜΗ: «FLASH BACK»


 

Άρθρο του Χρήστου Α. Πλειώτα, Δικηγόρου

 

«Ποιος την ζωή μου ποιος την κυνηγά!!!».

Έγραψε ο συγγραφέας και στιχουργός Μάνος Ελευθερίου το 1971 και έστειλε το τραγούδι για μελοποίηση στον Μίκη Θεοδωράκη, τον μεγαλύτερο εν ζωή μύθο της σύγχρονης Ελληνικής πραγματικότητας.

Ανεξίτηλος, ανυπέρβλητος, εκστατικός, αιώνιος, διαχρονικός, υπέροχος, μοναδικός ο «Μίκης» συνέθεσε για το τραγούδι αυτό μία υπέροχη μελωδία που σε κτυπά κατευθείαν στην καρδιά όταν το ακούς.

Οι φοβεροί στίχοι έχουν ως εξής:

«Ποιος την ζωή μου ποιος την κυνηγά να την ξεμοναχιάσει μες την νύχτα. Ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες τα δίχτυα.

Για κάποιον μές στον κόσμο είναι αργά, ποιος στην ζωή μου ποιος την κυνηγά;

Ποιος την ζωή μου ποιος παραφυλά στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει;  Που πήγε αυτός που ξέρει να μιλά; Που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;».

Το πρωτοτραγούδησε η Μαρία Φαραντούρη ενώ το ερμήνευσαν και ο Χάρης με τον Πάνο Κατσιμήχα.

Το τραγούδι με σημάδεψε από την πρώτη στιγμή που το  άκουσα.

Έως σήμερα ψάχνω να βρω την απάντηση στο διαρκές ερώτημα: «Ποιος την ζωή μου ποιος την κυνήγα;».

Γιατί άραγε με σημάδεψε το τραγούδι;

Φυσικά και δεν συμμετείχα στον αντιδικτατορικό αγώνα, που έδωσε την αφορμή να εμπνευστούν αυτοί οι υπέροχοι στίχοι.

 Όμως κανένα τραγούδι δεν αναφέρεται ΜΟΝΟ  σε μία δεδομένη χρονική στιγμή: Προσαρμόζεται στα βιώματα και τον χωροχρόνο του κοινού που το ακούει και το ενσωματώνει στην δική του ύπαρξη. Στο δικό του ρυθμό ζωής. Και δικαιούται να το παραφράζει. Αυτό έγινε και με εμένα.

Κων/νου Παλαιολόγου τέλος 10ετίας 1970 αρχές 10ετία του 1980: Βιβλιοπωλείο αφών Χρήστου και Ευάγγελου Λαμπρόπουλου ακριβώς στην απέναντι πλευρά απ’ το καφενείο τότε «Κοντοζήση».

 Δίπλα το κουρείο του «Καραμπίνη» και το μαγαζί «Λαμπρινού». Θέα ο φοίνικας της σημερινής διαχωριστικής νησίδας.

Τα παιδάκια που πακετάρουν εφημερίδες και τσιγάρα έτοιμα προς διανομή στα περίπτερα της Σπάρτης: Ο Χρήστος και ο μικρός του αδερφός Ηλίας. Ό,τι έχουν καθαρίσει το υπόγειο  του βιβλιοπωλείου απ’ τα ξερά σαν στραγάλια μαύρα περιττώματα των ποντικών που κατοικούν στα πιο σκοτεινά σημεία ενός υπογείου.

 Ο Χρήστος και ο Ηλίας είναι σβέλτοι, αεικίνητοι, αδύνατοι με τα λεπτά χεράκια τους, ό,τι πρέπει για να χώνονται στα πιο βαθιά μέρη των θωριαμών, στα θεμέλιά τους και να «ξεσκατίζουν» με αποτελεσματικότητα την υπόγεια αποθήκη.

Αυστηρός επιτηρητής τους ο «Κωστάκης» που παρά την εκ γενετής αναπηρία του με μισό χέρι όλο κι όλο τους ελέγχει και αυστηρά τους καθοδηγεί για να γίνει καλά η δουλειά!!!

Κι όταν οι δύο μικροί τελειώνουν, σβέλτα και πάλι σαλτάρουν στο επάνω μαγαζί της Κ. Παλαιολόγου για να αρχίσει η κουραστική διανομή με τα ποδήλατα, των μεγάλων πακέτων εφημερίδων και τσιγάρων στα περίπτερα της Σπάρτης.

 Μονολογεί ο Χρήστος: «Ποιος την ζωή μου ποιος την κυνηγά;».

Ο Χρήστος είναι πρωτίστως συναισθηματικός. Στην πορεία προς το τελευταίο βορινό περίπτερο της Κ. Παλαιολόγου θυμάται ότι πριν το στάδιο της πόλης είναι του «μπαρμπα Νίκου» του «Τσίτσου» το μαγαζί: «ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ – ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ TOYOTA». Εκεί δουλεύει ο Άγγελος ο μεσαίος αδερφός που έχει τον ποιο καλό εργοδότη.

Ο Ηλίας ρωτάει γιατί εμείς φορτωμένοι τσιγάρα και εφημερίδες στους δρόμους και ο Άγγελος στου «Τσίτσου» πάντα μέσα, χωρίς να κουράζεται σε πακετάρισματα, χωρίς να πιέζεται, χωρίς να καθαρίζει;

Η συνάντηση των τριών αδερφών ολιγόλεπτη μεν αλλά πολύ τονωτική: Λες και είχα χρόνια να συναντηθούν. Ακουμπιούνται, τα λένε φευγαλέα, κανονίζουν να πάνε μαζί θάλασσα το Σαββατοκύριακο – λες και δεν θα τα έλεγαν σε λίγη ώρα στο σπίτι – χωρίζουν ικανοποιημένοι που ειδώθηκαν!!!

Σκέπτεται ο Χρήστος: «Για κάποιον μεσ’ στον κόσμο είναι αργά ποιος την ζωή μου ποιος παραφυλά».

Είχαν τελειώσει το σχολείο λίγες μέρες πριν πιάσουν δουλειά και εκείνο το καλοκαίρι, είχαν εξαντληθεί με το διάβασμα και τις εξετάσεις και παρά ταύτα τους περίμενε η δουλειά του καλοκαιριού.

Το μισούσαν το σκηνικό αυτό όμως ασυναίσθητα το αποδέχονταν ως ωφέλιμο, λες και τους καθοδηγούσε μία ευεργετική ανώτερη δύναμη: «Που πήγε αυτός που ξέρει να μιλά;» «Που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;», αναρωτιέται ο Χρήστος.

«Για πολλά καλοκαίρια ο Χρήστος με τον Ηλία ήταν στο μαγαζί του κυρ Βαγγέλη και Χρήστου Λαμπρόπουλου».

Κάποιο ενδιάμεσο καλοκαίρι πήραν μεταγραφή στο καφενείο του «κυρ Αντώνη Μπάλτσα» αλλά δεν είχε καλή έκβαση η εργασία τους: Βαριόντουσαν τις παρατηρήσεις για τους καφέδες που χύνονταν από το άτακτο σερβίρισμά τους και κάκιωναν που έπρεπε για να κλείσει το ωράριό τους, να μαζεύουν απ’ όλα τα μαγαζιά της περιοχής – μιλάμε για πολλά οικοδομικά τετράγωνα – ποτήρια, φλιτζάνια και πιάτα που έπρεπε να επιστρέψουν στο καφενείο.

Τους την έδωσε λοιπόν ένα μεσημέρι και γέμισαν τους υπονόμους της Σπάρτης με ό,τι έπρεπε να επιστρέψει στο καφενείο. Όπως αναμενόταν απολύθηκαν!!!

Κάποιο άλλο καλοκαίρι δούλεψαν στου «ΦΑΡΟΥΚΟΥ» το κουρείο του Γεωργίου Ηλιόπουλου επί της Κων/νου Παλαιολόγου, δίπλα από το «Εμπορικό του Γκαμουλάκου» έναντι της παλαιάς Νομαρχίας.

Υποδέχονταν τους πελάτες, ξεσκόνιζαν τις κομμένες τρίχες απ’ τα ρούχα τους και ανέμεναν το φιλοδώρημα.

Όταν τα χρόνια πέρασαν και ο Χρήστος έδωσε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, η ζωή που είχε αφήσει πίσω του, οι θύμισες που κουβαλούσε, οι μορφές των ανθρώπων που του χαμογελούσαν, που τον επαινούσαν, που τον μάλωσαν, που τον απαξίωσαν, που τον βοήθησαν, που τον αγκάλιασαν, που τον δίδαξαν, σαν «φιλμ νουαρ» πέρασαν από τα μάτια του ένα μεγάλο βράδυ που συνέχισε να σιγοτραγουδά: «Ποιος την ζωή μου ποιος την κυνηγά;».

Ήταν το βράδυ της αγαλλίασης που ένοιωσε στο άκουσμα της επιτυχίας του για το πανεπιστήμιο.

Τον Χρήστο ακολούθησε ο Άγγελος και τον Άγγελο έστω και με δυσκολία ο ατίθασος Ηλίας.

Κι όταν ο Χρήστος έγινε δικηγόρος, είδε μπροστά του κάποια στιγμή με πολύ μεγάλη συγκίνηση τον κυρ Βαγγέλη τον Λαμπρόπουλο να του χτυπά την πόρτα και να του αναθέτει μία υπόθεση. Ο άλλος του εργοδότης δυστυχώς έφυγε πρόωρα, όπως είχε χαθεί και ο «Φαρούκος» και ο καλοκάγαθος Αντώνης Μπάλτσας.

Ο Άγγελος έγινε μηχανικός στο Πολυτεχνείο και δεν ξέχασε ποτέ τον μπαρμπα Νίκο τον Τσίτσο και ο Ηλίας ηλεκτρολόγος – Υπομηχανικός κρατά κι αυτός μέσα του τις στιγμές εκείνες.

Στο διάβα της ζωής του σίγουρο είναι ότι αναρωτιέται ο κάθε άνθρωπος: «Ποιος την ζωή μου ποιος την κυνηγά;».

 Αναρωτήθηκαν πολλές φορές τα τρία αδέρφια και χωρίς δυσκολία κατέληξαν: Δεν την κυνηγά το «καλό παντελόνι», το «ακριβό πουκάμισο», η «γραβάτα», και το «κοστούμι», ούτε το «παπούτσι» που κατόρθωσαν να φορέσουν.

 Δεν την κυνηγά το γραφείο και η θέση που κέρδισαν. Δεν την κυνηγά η υλική δημιουργία.

Την κυνηγά η ανθρωπιά, το φιλότιμο, το πάθος για δημιουργία, το ήθος, η ευγένεια, η φιλοτιμία, η βοήθεια, η αγάπη, η υπεράσπιση του Δικαίου, η επιμονή, ο καλός εγωισμός, η ταπεινότητα, η μακροθυμία, το μεγαλείο της ψυχής, αρετές που δεν γεννιούνται αλλά χτίζονται στο πεζοδρόμιο και στην καθημερινή επαφή και στηρίζονται στην αλληλοϋποστήριξη, στην ζύμωση με τα προβλήματα του κόσμου, στην στέρηση, στην έλλειψη, στον ζήλο για δημιουργία, στην ευγενή φιλοδοξία, στην ελπίδα και στα όνειρα για το καλύτερο αύριο.

Αρετές κρυμμένες και στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου των «ΑΦΩΝ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ», στο καφενείο του «κυρ Αντώνη Μπάλτσα», στο κουρείο του «ΦΑΡΟΥΚΟΥ», στην ψυχή του κάθε παιδιού που βούτηξε στα βαθιά από νωρίς για να βρει το νόημα της ζωής του.

Σήμερα βλέπω παιδιά που δουλεύουν και ταυτοχρόνως σπουδάζουν. Υπάρχουν παιδιά που έγιναν φοιτητές και εργάζονται. Έχω φίλους και συνεργάτες που δούλευαν και σπούδαζαν. Σε πολύ ποιο δύσκολες συνθήκες ζωής, απ’ ότι ο Χρήστος, ο Άγγελος και ο Ηλίας.

Είναι άριστοι επιστήμονες με κρυμμένο μέσα τους το μυστικό της ζωής τους, που είναι το μεγάλο εφόδιο και το προτέρημά τους. Τους χαίρομαι, τους σφίγγω το χέρι, τους θαυμάζω. Είναι οι εκλεκτοί, οι ξεχωριστοί, οι μόνοι που ξέρουν να απαντούν στο ερώτημα του στιχουργού: «Ποιος την ζωή μου, ποιος την κυνηγά».

Στα σημερινά παιδιά που τους μοιάζουν ας μου επιτραπεί να χαρίσω την συγκίνηση μου και τον θαυμασμό μου!!!

Ioύλιος 2014

Χρήστος Α. Πλειώτας

Δικηγόρος

 

Υ.Σ. Πρόκληση και αφορμή για το παρόν πόνημα, μου έδωσε η φιλότιμη εργασία σε καφετέρια της πόλης, μιας ευγενέστατης μαθήτριας, ήδη επιτυχούσας φοιτήτριας. Σίγουρα δεν είναι η μόνη.