Άρθρο του Χρήστου Α. Πλειώτα, Δικηγόρου


ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΓΝΩΜΗ: «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΟΣΑΡΚΑΣΜΟΥ»


 

Άρθρο του Χρήστου Α. Πλειώτα, Δικηγόρου

 

«Στην Ισπανία όπου το πολίτευμα είναι βασιλευομένη Δημοκρατία, η διαδοχή γίνεται «κληρονομικώ δικαίω».

Έτσι ο βασιλιάς Χουάν Κάρλος παραιτήθηκε υπέρ του υιού του.

Στην Ελλάδα όπου το πολίτευμα είναι τυπικά Προεδρευομένη δημοκρατία, αλλά ουσιαστικά αριστοκρατία, οι Πρωθυπουργοί, πολιτικοί, αρχηγοί και λοιποί βαρόνοι και τζάκια της πολιτικής (μεγάλα και μικρά) κληροδοτούν ανερυθρίαστα την εκλογική πελατεία τους στους γόνους τους.

Και κάθε φορά ο Ελληνικός λαός επιτρέπει την κληρονομική διαδοχή ψηφίζοντας τους γόνους.

Έτσι οι γόνοι αναπαράγονται και συντηρούν την εξουσία τους επί δεκαετίες. Για να «εκπροσωπούν» τα συμφέροντα του Ελληνικού Λαού.

Και μετά μας φταίνε οι κακοί ξένοι που θέλουν την καταστροφή της Ελλάδας».

Επέλεξα το ανωτέρω δημοσιογράφημα ενός συντάκτη που το υπογράφει ως «ΜΥΣΤΗΡΙΟΣ» για να σχολιάσω το κατ’ εμέ «γελοίον του πράγματος» που προεβλήθη προσφάτως απ’ τις τηλεοράσεις όλου του κόσμου, για την διαδοχή στον βασιλικό θρόνο της Ισπανίας.

Οι Ισπανοί λαός φιλικός που μοιάζει με εμάς, βγήκαν στους δρόμους περιχαρείς για να χαιρετήσουν τον νέο βασιλιά τους.

Δεν ξέρω. Δεν έχω λόγια να εκφρασθώ…

Μωρία είναι αυτό; Αφέλεια ή κάτι ακόμα χειρότερο: Αυτοϊκανοποίηση;

Είναι δυνατόν εν έτη 2014  βιομηχανικά ανεπτυγμένα κράτη με τόσο πλούσια κουλτούρα, μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με βαθιά πολιτική ιστορία και ταραγμένες διαδρομές, κράτη που  ζουν την μνημονιακή υστερία, να υποκλίνονται σε βασιλιάδες;

Κι όμως υπάρχουν: Αγγλία… Ισπανία… Ολλανδία…

Ο «ΜΥΣΤΗΡΙΟΣ» με τον οποίο συμφωνώ μου δίνει την ευκαιρία να Σας γνωρίσω περαιτέρω τα εξής συναρπαστικά και ίσως άγνωστα σ’ Εσάς:

Η έννοια «τζάκια» λεξικογραφείται ως «οι οικονομικά και κοινωνικά ισχυρές οικογένειες ενός τόπου, που διαχειρίζονται την εξουσία ή μετέχουν στην διακυβέρνηση του, στην δημόσια ζωή του» (Γ. Μπαμπινιώτης Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας).

Η λέξη έχει συνδεθεί με όχι καλές θύμησες.

Σε ένα άρθρο του ο Δημοσθένης Κούκουνας με τίτλο: «Οι Δοσίλογοι και τα ένοχα μυστικά της κατοχής» που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό CRASH τον Δεκέμβριο του 2013 σελ. 154 – 160 αναφέρει μεταξύ άλλων:

«Στον σύγχρονο νομικό πολιτισμό δεν αναγνωρίζεται η συλλογική ή η οικογενειακή ευθύνη. Και καλώς, θα έλεγα. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα, τουλάχιστον στην ελληνική πραγματικότητα, με την κληρονομική διαδοχή των πολιτικών οικογενειών. Δεν είναι τωρινό φαινόμενο, ούτε καν περιορίζεται στην Ελλάδα. Είναι σχεδόν καθιερωμένο οι πολιτικές οικογένειες να διαιωνίζονται και να ασκούν εξουσία. Υπό μία οπτική γωνία θα πρόσθετα μάλιστα ότι είναι και ένδειξη δημοκρατικής λειτουργίας. Δεν πρέπει να δίνονται σε όλους ίσες ευκαιρίες; Γιατί να μην παρέχεται και στους γόνους των πολιτικών οικογενειών η δυνατότητα να σταδιοδρομήσουν στην πολιτική; 

Αλλά αυτά δεν είναι παρά ένας καλοπροαίρετος θεωρητικός προβληματισμός. Όπως και να το κάνουμε, υπάρχουν στη χώρα μας πολιτικά τζάκια και επιβιώνουν μέσα από την κληροδοσία ενός προνομιακού «δαχτυλιδιού», όπως επίσης υπάρχουν και μεγαλοεπιχειρηματικά τζάκια. Και τα δύο είδη ανακυκλώνονται αενάως… 

Έχει διαπιστωθεί ότι οι πολιτικοί και οι μεγαλοεπιχειρηματίες έχουν μια ιδιότυπη αντίληψη περί του νομίμου και του ηθικού. Ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια, από του έτους 2010 και εξής, έχουν παραμερισθεί πολλές αναστολές που σε προηγούμενες εποχές είχαν μια κάποια αξία. Το γεγονός ότι πραγματικά και νομοθετικά η χώρα μας έχει περιέλθει σε μια υποτελή σχέση θα κριθεί ιστορικά εν καιρώ – υποθέτω ενδελεχώς. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που η νεώτερη Ελλάδα φθάνει στη χρεοκοπία, ούτε η πρώτη φορά που χάνει την εθνική κυριαρχία της. Και βεβαίως ούτε η πρώτη φορά που μια μειοδοτική έως προδοτική πολιτική εξουσία αυθαιρετεί και επιβάλλει ασφυκτικά δεσμά στον λαό μας. Έχοντας ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη σύγχρονη ιστορία και ειδικά με την περίοδο της Κατοχής 1941-44, διαπιστώνω πολλά κοινά σημεία εκείνης της εποχής με τη σημερινή. Το ζήτημα είναι ότι αίφνης συναντώ συνεπώνυμα πρόσωπα να κυριαρχούν σήμερα όπως και τότε. Και εδώ ακριβώς ανακύπτει το μέγα ερώτημα: Πόσο συμπτωματικό είναι το γεγονός είναι ότι οδηγηθήκαμε στη σημερινή κατάσταση από τα ίδια «επώνυμα»;». 

Ενώ ο Στέλιος Σύρμογλου σε άρθρο του την 12 – 01 – 2014 με τίτλο: «Τα απανθρακώματα των πολιτικών τζακιών» γράφει:

«Η φράση “πολιτικά τζάκια” εκστομίζεται συχνά στην ελλαδική πραγματικότητα. Αναφέρεται στις εν δυνάμει όλες εκείνες τις οικογένειες που καθόρισαν τις συντεταγμένες της πολιτικής ζωής. Υπάρχουν κάποιοι απόγονοι παλαιοτέρων “πολιτικών τζακιών” με ηχηρά ονόματα, όπως Ζαίμης, Δεληγιάννης, Δραγούμης. Υπάρχουν όμως στην… πολιτική πιάτσα και απανθρακώματα - απόγονοι «πολιτικών τζακιών», αλλά και ισχυρών οικογενειών της πολιτικής, των τελευταίων 50 χρόνων. Τα ονόματα πασίγνωστα, κυριαρχούν στο πολιτικό προσκήνιο, χωρίς να σημαίνει ότι διαθέτουν και έρμα σοβαρότητας και ευθύνης, γιατί για ικανότητες λόγος δεν γίνεται.

Το «τζάκι» με την έννοια της πολιτικής εξουσίας υπήρχε πάντα. Η λέξη «τζάκι» περιγράφει άλλωστε δύο αιώνες ιστορικής ζωής. Παλαιότερα τη λέξη αυτή υποκαθιστούσε η λέξη «δυνατοί» ή «περιφανείς» ή «έγκριτοι». Το «τζάκι» είναι ένα εγγενές με την πολιτική ζωή φαινόμενο και εμφανίζεται σ’ όλες τις κομματικές παρατάξεις, από την αριστερά μέχρι τη συντηρητική δεξιά. Στην εποχή μας, μια σύγχρονη μορφή «τζακιού» είναι τα κόμματα. Όλα ανεξαιρέτως. Η μορφή λοιπόν αλλάζει. Η ουσία παραμένει αναλλοίωτη. Τα «τζάκια» υπάρχουν. Μόνο η μορφή τους αλλάζει μέσα στο καιρό.

Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι όταν ο λαός έβγαλε τη λέξη «τζάκι» εννοούσε τους δρώντες κοτζαμπάσηδες και καραβοκύρηδες και όχι τα παιδιά τους. Αυτούς δηλαδή που ασκούσαν πραγματική εξουσία μέσα στην ενεστώσα πολιτική κονίστρα. Άρα μόνον κατά παρέκταση και κατά κατάχρηση του όρου, βάζουμε την έννοια της κληρονομηκότητας στο «τζάκι». Έχουν συνδέσει κατά καιρούς το φαινόμενο του πολιτικού τζακιου με την έννοια της ισχυρής αστικής τάξης, που στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ. Δεν είναι, όμως, ακριβώς ορθή αυτή η επιχειρούμενη σύνδεση. Το «τζάκι» δεν έχει καμία σχέση με τα επιφαινόμενα της πολιτικής, την αστική δηλαδή ή τη σοσιαλιστική μορφή της πολιτικής ζωής.

Οι μορφές αυτές είναι φθαρτές, έρχονται και παρέρχονται. Επομένως τα «τζάκια» δεν έχουν να κάνουν με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της αστικής τάξης. Αντίθετα, η ύπαρξη προκαπιταλιστικών μορφών, ενισχύει την τάση που έχει το τζάκι να είναι «ιερό», γιατί η πιο βέβηλη και αδικοκρατούμενη και ενίοτε χυδαία κοινωνία, αποδείχθηκε η αστική. Τα καλύτερα «τζάκια» είναι στις προκαπισταλιστικές μορφές ζωής, γιατί εκεί οι κοινωνίες είναι πιο ιερές. Σ’ αυτές τις κοινωνίες τα «τζάκια», οι πλούσιοι, οι ισχυροί, πληρώνουν και τον μεγαλύτερο φόρο ευθύνης και αίματος. Οι βασιλείς της Σπάρτης ήταν εκείνοι που σε μια μάχη πέθαιναν συνήθως πρώτοι, δίνοντας το ηρωικό παράδειγμα. Το ίδιο και οι Αθηναίοι πεντακοσιομέδιμνοι. Το ίδιο και οι ιππότες του Μεσαίωνα, που έδιναν όρκο ότι δεν θα κατεβούν ποτέ από το άλογο προκειμένου να υπερασπίζονται τις χήρες και τα ορφανά.

Στις πρώτες ακόμη κεφαλαιοκρατικές κοινωνίες, τζάκι ήταν κι αυτός που δεχόταν να πεθάνει πριν από το λαό του, εν ονόματί του ή στη θέση του λαού. Στην Ελλάδα τώρα, όπου με μερικές μόνο «διακοπές» υπήρξε πάντα μια κοινοβουλευτική ή βασιλευομένη δημοκρατία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για κυριαρχία του λαού. Η χώρα κυβερνιόταν στην πραγματικότητα από μια «παράλληλη δύναμη», την οποία αποτελούσαν κυρίως ανώτατοι στρατιωτικοί, ο θρόνος, ισχυρές οικονομικές δυνάμεις, τα… τζάκια, ο συμμαχικός παράγοντας. Οι περισσότερες όμως αιτίες για τα ελαττώματα του πολιτικού συστήματος που έθρεψε με την ύπαρξη των “τζακιών”, μπορούν να αναζητηθούν στα πολιτικά κόμματα.

Ο βαθμός της αδυναμίας και της αστάθειας της ελληνικής κοινωνίας, που μπορεί να χαρακτηριστεί και ως μη «ισορροπημένη» δεν επέτρεψε τη δημιουργία ταξικών κομμάτων, όπως αυτά συναντώνται στις ευρωπαϊκές χώρες. Το κλίμα αυτό ευνοούσε φυσικά την κυριαρχία των «τζακιών», ενώ τα κόμματα λειτουργούσαν σαν μέσα προσωπικών υπηρεσιών, παρά τη λειτουργία της πολιτείας και της κοινωνίας. Η έλλειψη δηλαδή πραγματικών κομμάτων στην Ελλάδα θεωρείται ο κυριότερος παράγοντας που οικοδόμησε το πολιτικό σύστημα πάνω στο σύστημα της πελατείας.

Στη πραγματικότητα, δεν υπήρχε κανένας βαθμός της πολιτείας έξω από το σύστημα της πελατείας, γι’ αυτό και καμία δυνατότητα επέμβασης, ενώ τα κόμματα δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν το σύστημα, γιατί ακριβώς αποτελούσαν όργανά του. Όλη αυτή την κατάσταση υπέθαλπε η γραφειοκρατία. Γιατί, αν αυτό το σύστημα λειτουργούσε σωστά, θα εξυπηρετείτο και ο πολίτης, ενώ το ρουσφέτι θα έχανε αυτόματα τη λειτουργικότητά του. Και θα διακοπτόταν ο φαύλος κύκλος του συστήματος. Έτσι εξηγούνται πολλά για τη «φυσιογνωμία» της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα.

Το θέμα των «πολιτικών τζακιών» αποτελεί αντικείμενο μελέτης ενταγμένο στα κύρια προβλήματα της ελληνικής ιστοριογραφίας. Ένα χαρακτηριστικό, πάντως, των ελλαδικών «τζακιών» της πολιτικής είναι ότι δεν υφίστανται με την έννοια της ιεραρχίας της εξουσίας, γνώσης και επιρροής, για πάνω από δέκα ή είκοσι γενεές. Τέτοιες ιεραρχίες προϋποθέτουν αίσθηση του Κράτους, που πάει χρόνια πίσω, μόνιμους θεσμούς και μια σταθεροποιημένη κοινωνία.

Αυτό που ως πολίτες «απολαμβάνουμε» σήμερα από τα «πολιτικά τζάκια» είναι τα απανθρακώματά τους, που συνήθως αποτελούν την προσωποποίηση της ανευθυνότητας, της αβελτερίας, της απάτης, της ανικανότητας και της γελοιότητας ενίοτε, αλλά και της συμφοράς του τόπου τούτου!».

Κλείνω από πλευράς μου, παραθέτοντας στην κρίση Σας, ότι από τους 94 Πρωθυπουργούς που θήτευσαν στην Ελλάδα μεταξύ 1928 – 2011 τουλάχιστον 22 συνδέονταν με στενή συγγενική σχέση σε ευθεία ή πλάγια γραμμή, αποδεικνύοντας ότι η πολιτική καριέρα έχει εξελιχθεί σε κληρονομικό δικαίωμα!!!

Τελικά διερωτώμαι: Μήπως όταν απογοητεύομαι με τους Ισπανούς και την βασιλεία τους αυτοσαρκάζομαι;

Ιούνιος 2014

Χρήστος Α. Πλειώτας

Δικηγόρος