Άρθρο του Χρήστου Α. Πλειώτα, Δικηγόρου


ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΓΝΩΜΗ: «ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΗ» - Το χθες και το σήμερα. Εξελικτική διαδρομή.


 

Άρθρο του Χρήστου Α. Πλειώτα, Δικηγόρου

 Kοινωνία και Αναρχία δεν συμβιβάζονται ως έννοιες στους σύγχρονους καιρούς. Δεν συμβιβάζονταν, όμως, ούτε  και σε πολύ παλαιότερες εποχές, όταν οι άνθρωποι ζούσαν με ψήγματα υλικών μέσων πολιτισμού, σε σχέση με τα πλούσια σημερινά δικά μας καταναλωτικά και πολιτισμικά αγαθά.

Δεν φθάνει όμως να το λέμε. Διαχρονικά έπρεπε πάντα η κοινωνία να «επιβάλει» την ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών της, μέσα από την κρατική κυριαρχία και εφαρμογή νόμων, κανόνων, θεσμών, αρχών και μέτρων προσαρμογής στις αξίες της.

Εάν δεν υπήρχε θεσμοθετημένη δύναμη επιβολής η οδός προς την αναρχία και το χάος θα ήταν γεγονός αναπόφευκτο.

Δύναμη επιβολής σημαίνει θεσμοθετημένο ποινικό δίκαιο και φιλοσοφία περί της αποδόσεώς του, μέσα από τις επιβαλλόμενες ποινές.  Σημαίνει ορισμός των εγκλημάτων και καθορισμός ποινών.

Το ισχύον Ελληνικό Σύνταγμα στο δεύτερο μέρος του που τιτλοφορείται: «ΑΤΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ», στο άρθρο 7 παρ. 1 αυτού ορίζει ότι: «Έγκλημα δεν υπάρχει, ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο, που να ισχύει πριν την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης».

Στην παρ. 2 αυτού ορίζει: «Τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη της υγείας ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται όπως ο Νόμος ορίζει».

Στην παρ. 3 αυτού του άρθρου ορίζει: «Η γενική δήμευση απαγορεύεται. Θανατική ποινή δεν επιβάλλεται εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπεται από Νόμο για τα κακουργήματα, τα οποία τελούνται σε καιρό πολέμου και σχετίζονται με αυτόν».

Τέλος στην παρ. 4 αυτού ρητά ορίζει: «Νόμος ορίζει με ποιους όρους το  κράτος παρέχει ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλον τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία».

Αλλά και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), την οποία έχει κυρώσει η χώρα μας με το ΝΔ 53/1974, τον Ν 2400/1996 και τον Ν 3344/2005 (ΦΕΚ Α’ 256/20 – 09 – 1974 Α΄ 96/4 – 6 – 1996 και Α΄133/6 – 6 – 2005) στο άρθρο 2 αυτής που τιτλοφορείται: «Δικαίωμα στην Ζωή» ορίζει: «Το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωή προστατεύεται υπό του Νόμου. Εις ουδέναν δύναται να επιβληθεί εκ προθέσεως θάνατος ειμί εις εκτέλεση θανατικής ποινής, εκδιδομένης υπό δικαστηρίου εν περιπτώσει αδικήματος τιμωρουμένου υπό του Νόμου δια της ποινής ταύτης. Ο θάνατος δεν θεωρείται ως επιβαλλόμενος κατά παράβαση του άρθρου τούτου, εις ας περιπτώσεις θα επήρχετο συνεπεία χρήσεως βίας καταστάσεις απολύτως αναγκαίας: α/ Δια την υπεράσπιση οιοδήποτε προσώπου κατά παρανόμου βίας. β/ δια την πραγματοποίησιν νομίμου συλλήψεως ή προς παρεμπόδισιν αποδράσεως προσώπου νομίμως κρατουμένου, γ/ δια την καταστολή συμφώνως τω νόμω στάσεως ή ανταρσίας».

Στο άρθρο 3 η ΕΣΔΑ ορίζει ότι: «Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθεί εις βασάνους, εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς».

Ενώ στο άρθρο 7 η ΕΣΔΑ ορίζει ότι: «Ουδείς δύναται να καταδικασθεί δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία καθ’ η στιγμή διεπραχθή δεν αποτελεί αδίκημα συμφώνως προς το Εθνικό ή Διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επιβάλλεται κατά την στιγμή της διαπράξεως του αδικήματος».

Ο ποινικός μας κώδικας περαιτέρω που ισχύει από 1 – 1 – 1951 και αποτελεί το κατ’ εξοχήν νομοθέτημα που προβλέπει τα περί εγκλημάτων και ποινών, με προσαρμογή του στα ανωτέρω άρθρα του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ αλλά και του Διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του ανθρώπου, επηρεαζόμενος στην εξέλιξή του και διαρκή προσαρμογή του, απ’ τα νέα δεδομένα, στο άρθρο 1 αυτού ρητά ορίζει ότι: «Ποινή δεν επιβάλλεται παρά μόνο για τις πράξεις εκείνες για τις οποίες ο Νόμος την έχει ορίσει ρητά πριν από την τέλεσή τους».

Στο άρθρο 14 αυτού ορίζει ότι: «Έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστική στο δράστη η οποία τιμωρείται από το νόμο».

Στα άρθρα του από το 50 έως και το 58 ορίζει τις κύριες ποινές, στα άρθρα του από το 59 έως και το 68 ορίζει τις παρεπόμενες ποινές (αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, απαγόρευση άσκηση επαγγέλματος, δημοσίευση καταδικαστικής απόφασης) ενώ στα άρθρα του από το 69 έως και το 76 ορίζει τα μέτρα ασφαλείας (φύλαξη ακαταλόγιστων εγκληματοιών, εισαγωγή αλκοολικών και τοξικομανών σε θεραπευτικό κατάστημα, παραπομπή σε κατάστημα εργασίας, απαγόρευση διαμονής, απέλαση αλλοδαπών, δήμευση).

Στο δεύτερο βιβλίο του που τιτλοφορείται ειδικό μέρος ορίζει, απ’ τα άρθρα 134 έως και το 457 τα κατ’ ιδίαν εγκλήματα και τις ποινές που επιβάλλονται απ’ τα δικαστήρια για την τέλεσή τους.

Οι κύριες ποινές που επιβάλει σήμερα η Ελληνική Πολιτεία αλλά και η σύγχρονη Ευρωπαϊκή πολιτεία για τα νομοθετημένα εγκλήματα των Ελλήνων και Ευρωπαίων πολιτών είναι: Η κάθειρξη (βαριάς μορφής φυλάκιση) η οποία μπορεί να είναι ισόβια (άνω των 20 ετών), η πρόσκαιρη (από 5 έτη έως 20 έτη), η φυλάκιση (από 10 ημέρες έως 5 έτη), η κράτηση (από 1 ημέρα έως 1 μήνα), ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (από 6 μήνες έως 5 έτη), οι χρηματικές ποινές (από 150 ευρώ έως 1500 ευρώ) εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικούς ποινικούς νόμους) και τα πρόστιμα (από 29 ευρώ ως 590 ευρώ) εκτός αν ορίζονται διαφορετικά σε ειδικούς ποινικούς νόμους.

Η θανατική ποινή που προβλεπόταν στο άρθρο 50 του ποινικού μας κώδικα καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 12 β΄ του Ν 2207/1994.

Όλα τα ανωτέρω ίσως φαίνονται αυτονόητα σ’ όλου μας σήμερα: Το να προστατεύεται δηλαδή η ζωή του ανθρώπου και να διακηρύσσεται αυτό ως θεμελιώδες δικαίωμα. Το να μην υπάρχει έγκλημα και να μην επιβάλλεται ποινή χωρίς νόμο, που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης (ή παράλειψης) και να ορίζει τα στοιχεία της. Το να απαγορεύονται τα βασανιστήρια, οι οποιεσδήποτε σωματικές κακώσεις ή βλάβες της υγείας, η ψυχολογική βία καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το να μην επιβάλλεται  θανατική ποινή ό,τι κι αν πράξει ο άνθρωπος ακόμα και τα πλέον ιδιαζόντως ειδεχθή εγκλήματα.  Το να απαγορεύεται  η γενική δήμευση της περιουσίας του ατόμου.

Όλα όμως όσα σήμερα μας φαίνονται αυτονόητα και τυγχάνουν νομοθετημένα ως κατάκτηση του ανθρώπου δεν ήταν δεδομένα και κατά το παρελθόν.

Χρειάστηκαν «τόνοι αίματος» για να κατακτηθούν!!!

Όπως γράφει ο αείμνηστος καθηγητής του Ποινικού Δικαίου Ιωάννης Μανωλεδάκης στο βιβλίο του «Ποινικό Δίκαιο», «Επιτομή γενικού μέρους», με τίτλο: «Η τυπολογία του ποινικού φαινομένου»: «Η ποινή όπως και τα άλλα δύο στοιχεία του ποινικού φαινομένου, χαρακτηρίζεται από ιστορικότητα δηλαδή από σχετικότητα κατά τόπο και χρόνο.

Τρία είναι τα βασικά στοιχεία του ποινικού φαινομένου: 1/ Τα κοινωνικά αγαθά. 2/ Το έγκλημα ως προσβολή των κοινωνικών αγαθών και 3/ Η ποινή ως απάντηση της οργανωμένης κοινωνίας σ’ αυτήν την προβολή.

Η ποινή δεν είχε ιστορικά την ίδια ένταση ούτε πήρε την ίδια πάντα μορφή.

Η ποινή όπως και το έγκλημα είναι ιστορία αίματος και πόνου. Ατελείωτη υπήρξε η ανθρώπινη εφευρετικότητα στην αντίδραση των οργανωμένων κοινωνικών σχηματισμών, απέναντι στις προσβολές των αγαθών τους.

Ποινές υπήρξαν το κόψιμο της μύτης, του χεριού, ο θάνατος με εντοιχισμό, ο πολιτικός θάνατος, η μαστίγωση κ.λπ..

Άλλοτε αναγνωριζόταν στον προσβαλλόμενο ή τους οικείους του το δικαίωμα να σκοτώσει αμέσως ο ίδιος το δράστη της προσβολής.

Η εκδίκηση είχε καθαρά ψυχολογικό – εκτονωτικό χαρακτήρα, ενώ η αντίδραση πέρα από κοινωνική εκτόνωση περιείχε και το στοιχείο της αυτοπροστασίας, που είναι βασικά θέμα συλλογικό, χωρίς να αποκλείεται όμως σε ορισμένες περιπτώσεις να αφεθεί στον εκδικούμενο ή στα εκδικούμενα  άτομα.

Αντίστροφα σε ποιο εξελιγμένες κοινωνικές μορφές η εκδίκηση αντιτίθεται πια στην ηγεσία της κοινότητας και αφαιρείται ολοκληρωτικά από το άτομο. Σε αυτήν την περίπτωση το εκδικητικό ένστικτο του ατόμου εκτονώνεται μέσα από την δημόσια ποινή.

Άλλοτε η ποινή χρησιμοποιείτο ως ανταπόδοση και νοείτο ως εκδίκηση. Στον όρο ανταπόδοση υποκρύπτετο και ένα στοιχείο ηθικής εντελώς ξένο προς την θετική έννοια της ποινής.

Άλλοτε η ποινή υπήρχε ως μορφή συλλογικής αντίδρασης ολόκληρου γένους εναντίον όλου του γένους του δράστη (εκδίκηση αίματος) που μπορούσε να οδηγήσει σε αφανισμό και των δύο πλευρών».

Σήμερα λέμε ότι ο σκοπός της ποινής δεν είναι η εκδίκηση ούτε η ανταπόδοση αλλά ο σωφρονισμός του δράστη. Αυτή είναι η κατακτημένη θετική έννοια της ποινής.

Για να φθάσουμε όμως έως εδώ έχουν προηγηθεί όλα τα ανωτέρω.

Για να θεμελιώσουμε σήμερα ένα ανθρώπινο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο πέρασαν γενεές γενεών, μέσα από περιόδους ανώμαλες, όπου ζήσαμε την απόλυτη διαστροφή του ποινικού δικαίου.

Όπως γράφει ο αείμνηστος καθηγητής του ποινικού Δικαίου Γεώργιος –Αλέξανδρος Μαγκάκης στο βιβλίο του: «ποινικό δίκαιο» διάγραμμα γενικού μέρους εκδόσεις Παπαζήση: «Το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο αποτελεί για την λαϊκή συνείδηση το δίκαιο το πιο αντιπροσωπευτικό και εκφραστικό της έννομης τάξης. Δίκαιο για το λαό είναι πριν από όλα το ποινικό δίκαιο, Δικαστήριο (για το λαό) το ποινικό δικαστήριο και Δίκη (για το λαό) η ποινική δίκη. Το ουσιαστικό ποινικό Δίκαιο κοιταγμένο από κοινωνική και ηθική σκοπιά είναι το ποιο προβληματικό. Γιατί ενώ ως θεσμός της έννομης τάξης είναι το πιο αναγκαίο και αυτονόητο δίκαιο, ως εκδήλωση της ανθρώπινης κοινωνίας, είναι ηθικά το πιο επίμαχο… Ηθικά μπορεί βάσιμα να αμφισβητηθεί τόσο η δυνατότητα ύπαρξης προσωπικής ευθύνης για την στήριξη μάλιστα μίας εξουθενωτικής ποινικής, όσο κι αν επιτρέπεται και είναι ηθικά δυνατό η ανθρώπινη κοινωνία να απονέμει δικαιοσύνη και στο όνομά της να συντριβεί ανθρώπινες υπάρξεις!!! Το ουσιαστικό ποινικό Δίκαιο είναι όμως και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο Δίκαιο για την ελευθερία του ανθρώπου και την προσπάθεια του για κοινωνική πρόοδο. Γιατί προσφέρεται απ’ την ίδια την φύση του ως δραστικό μέσο εξαναγκασμού σε καταχρήσεις στα χέρια καταπιεστικών μηχανισμών. Γι’ αυτό το λόγο η ιστορία του ποινικού δικαίου είναι διάστικτη από περιόδους διαστροφής του, όπου αυτό (Ποινικό Δίκαιο) μεταβάλλεται σε μέσο αυθαιρεσίας, καταπίεσης και βαρβαρότητας!!!

Αλλά και γι’ αυτό το  λόγο απ’ την άλλη μεριά έχει καταβληθεί έντονη προσπάθεια για την διαμόρφωση αρχών και θεσμών που να εγγυώνται και να εξασφαλίζουν την λειτουργία του Ποινικού Δικαίου, ως οργάνου εννόμου τάξης, αντίθετης εξ’ ορισμού προς την αυθαιρεσία και την καταπίεση».

Εις επίρρωση των ανωτέρω περί αυθαιρεσίας, καταπιέσεως και βαρβαρότητας, παραθέτω απ’ το σύγγραμμα «Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο» του Σπύρου Ν. Τρωιάνου, τις ποινές που επιβάλλονταν στο Βυζαντινό Δίκαιο κατά τα χρόνια της ακμαίας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ιδιαιτέρως τονίζω ότι δεν ομιλώ για μία άγρια φυλή σκοταδιστών ,αλλά για τους Βυζαντινούς που περί πολλών τους θαυμάζουμε και Δικαίως.

Στις Βυζαντινές νομικές πηγές λέει ο Τρωιάνος εμφανίζονται οι κατωτέρω ποινές: 1/ Η ποινή του θανάτου. Το Βυζαντινό Δίκαιο την παρέλαβε σε όλη της την έκταση περιλαμβανομένων και των εξιδιασμένων μορφών της ,από το Ρωμαϊκό Δίκαιο. Ακόμη και η Χριστιανική Διδασκαλία δεν κατόρθωσε να εξαφανίσει τις συχνά φρικιαστικές μεθόδους εκτελέσεως της θανατικής ποινής. Την θέση του αποκεφαλισμού με πέλεκι ή ξίφος που αποτελούσε τον κανόνα έπαιρνε όχι σπάνια η σταύρωση, η ρίψη στη θάλασσα μέσα σε σάκο με φίδια ή άλλα ζώα, η θηριομαχία, ο διαμελισμός από  άλογα, το γδάρσιμο με σιδερένιους όνυχες, ο ενταφιασμός εν ζωή. Κατά το Ιουστινιάνειο Δίκαιο η θανατική ποινή ήταν σε ημερήσια διάταξη ο καθορισμός του τρόπου εκτέλεσης αφηνόταν στην κρίση του Δικαστή, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζονταν ρητά στον νόμο. Αυτήν την αυθαιρεσία του ποινικού Δικαστή προσπάθησαν να περιορίσουν οι Ίσαυροι.

2/  Ο εξανδραποδισμός: Δηλαδή η απώλεια της ελευθερίας που απειλείτο εναντίον των λιποτακτών, που επέστρεψαν οικειοθελώς και εναντίον όσων προμήθευσαν απαγορευμένο είδος στον εχθρό. Επιβάλλονταν για εγκλήματα κατά της πολιτείας.

3/ Οι ακρωτηριασμοί: Οι ποινές ακρωτηριασμού ιδιαίτερα συχνές για πολύ διαφορετικά εγκλήματα, χεριών, μύτης, αφαίρεσης γεννητικών οργάνων, απότμηση γλώσσας, τύφλωσης σε βαριές περιπτώσεις ιεροσυλίας. Ως προς την προέλευση της ποινής του ακρωτηριασμού ίσως πρέπει να αναζητηθεί στην λαϊκή αντίληψη ότι ο δράστης θα πρέπει να τιμωρηθεί με αφαίρεση εκείνου του μέλους του, με το οποίο διέπραξε το έγκλημα, ίσως όμως και γιατί η έννομη τάξη απέβλεπε στην μείωση της επικινδυνότητας του δράστη, με το να του περιορίσει ή και να του αποκλείσει την φυσική δυνατότητα να επαναλάβει την πράξη του.

4/ Ο σωματικός κολασμός: Το δέρεσθαι και τύπτεσθαί (δάρσιμο με ρόπαλο ή μαστίγιο). Ήταν παρεπόμενες ποινές μαζί με την κυρία ποινή εξορίας ή τον ακρωτηριασμό.

5/ Το κούρεμα: Που αποτελούσε ηθική μείωση του δράστη.

6/ Η εξορία: Για τα εγκλήματα της μέσης βαρύτητας (ακούσια ανθρωποκτονία, άμβλωση κ.λπ.).

7/ Ποινή στερήσεως της ελευθερίας δηλαδή εγκλεισμός σε φυλακή δεν υπήρχε στο Βυζαντινό Δίκαιο. Η φυλάκιση των εγκληματιών αποσκοπούσε στην φύλαξή τους και όχι στον κολασμό των πράξεών τους. Οι φυλακές που υπήρχαν χρησίμευαν για την κράτηση των υποδίκων εις την Δίκη ή ενδεχομένως των οφειλετών του δημοσίου, όχι όμως των κατάδικων, οι οποίοι θανατώνονταν ή ακρωτηριάζονταν ή ραβδίζονταν ή εξορίζονταν, ή κουρεύονταν. Υποκατάστατο της ποινής φυλάκισης αποτέλεσε ο εγκλεισμός των δραστών ορισμένων εγκλημάτων σε μοναστήρια, ώστε να αποφύγουν τον θάνατο ή ακρωτηριασμό μετά από Δίκη.

8/ Περιουσιακές ποινές: Ύστερα από δήμευση ή αφαίρεση δηλαδή ολόκληρης της περιουσίας του κατάδικου, οπότε δεν τιμωρείτο μόνο ο δράστης αλλά και η οικογένειά του. Αργότερα περιορίζεται αυτό επί Ιουστινιανού.

9/ Οι ηθικές μειώσεις από την επιβολή της ποινής: Αρχικώς ως ηθική μείωση ήταν η απαγόρευση της ταφής του καταδικασμένου σε θάνατο υπό την επίδραση της Χριστιανικής Θρησκείας. Ήταν βασική ποινή ηθικής  μείωσης του Ρωμαϊκού Δικαίου. Η μη τέλεση νεκρώσιμης ακολουθίας του αυτόχειρος σε περίπτωση αυτοκτονίας. Σε εγκλήματα όμως καθοσιώσεως ίσχυε ως ποινή η ηθική μείωση της μη τέλεσης νεκρώσιμης ακολουθίας στον δράστη. «Ο αμαρτάνων εις βασιλέα φονεύεται και δημεύεται» «και η μνήμη αυτού κρίνεται μετά θάνατον». Κάνετε μία  αντιπαραβολή στις προβλεπόμενες ποινές του σήμερα, όπου ο καθ’ ης μπορεί να καθυβρίσει εντελώς τον οιοδήποτε πολιτειακό  ή πολιτικό παράγοντα και να μην τιμωρηθεί ή να διωχθεί μόνον για  ένα απλό πλημμέλημα!!! Ορθώς κατά την άποψή μου.

«Ό,τι αρέσει στον Βασιλέα έχει ισχύ Νόμου», αυτή η έκφραση που αποδόθηκε στον Ουλπιανό Ρωμαίο νομομαθή των αρχών του 3ου αιώνος μ.χ. διατηρήθηκε στην κωδικοποίηση των «Διγεστών» ή «Πανδεκτών» που δημοσιεύθηκε το 533μ.χ. απ’ τον Ιουστινιανό, ο οποίος συμπεριέλαβε επίσης σε άρθρο του κώδικά του, την αρχή – ανακριβή από ιστορική άποψη – ότι ο Ρωμαϊκός λαός είχε μεταφέρει οριστικά την εξουσία του στους αυτοκράτορες δια μέσω ενός νόμου.

Σήμερα αυτήν την αρχή την θεωρούμε το λιγότερο γελοία κι όμως ίσχυε και προδιέγραψε την μοίρα, την πορεία αίματος και την τύχη του Βυζαντινορωμαικού Δίκαιου επί αιώνες.

Όπως αναφέρει ο ANDRE  GUILLOU στο βιβλίο του «Ο Βυζαντινός Πολιτισμός Β΄ έκδοση  Ελληνικά Γράμματα Αθήνα 1998, «Ο αυτοκράτορας ήταν ο ανώτατος Δικαστής», «Ο αυτοκράτορας – θεός μεταβλήθηκε σε εκπρόσωπο του Θεού επί της γης, σε αυτοκράτορα Ελέω Θεού» και αυτό στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρεται στο βιβλίο «Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα Ι από την αρχαιότητα έως και τα μεταβυζαντινά χρόνια τόμος Β’» των Σ. Ευθυμιάδη, Α. Κορκίνη – Κούτουλα, Ν. Νικολούδη και Β. Πέννα. «Μοναδική πηγή δικαίου ήταν ο αυτοκράτορας».

Επανέρχομαι στον αείμνηστο καθηγητή του ποινικού Δικαίου Γ. Α. Μαγκάκη «ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ» διάγραμμα γενικού μέρους εκδόσεις Παπαζήση: «Ο Ελληνισμός έχει διανύσει , όπως είναι γνωστό ,μια πολύχρονη, αλλά και ιδιαίτερα ταραγμένη πολιτιστική διαδρομή. Η ταραγμένη αυτή εξέλιξη είχε όπως είναι φυσικό σαν συνέπεια τη διακοπή της ομαλής εξωτερικής της συνοχής και συνέχειας σε ορισμένα πεδία. Στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου μια τέτοια διακοπή επέφερε ειδικά η Τουρκοκρατία. Γιατί ενώ η απονομή της Δικαιοσύνης σε διαφορές ιδιωτικού Δικαίου ανάμεσα στους Έλληνες παρέμεινε, όπως είναι γνωστό, σε ελληνικά χέρια, συγκεκριμένα στην αρμοδιότητα της ελληνικής εκκλησίας, η άσκηση της Ποινικής Δικαιοσύνης περιήλθε στον Τούρκο κατακτητή. Η εκκλησία κατέβαλε βέβαια προσπάθεια να πάρει στα χέρια της και την απονομή της Ποινικής Δικαιοσύνης, επικαλούμενη ορισμένα προνόμια που είχε ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και που είχαν χαρακτήρα ποινικής δικαιοδοσίας. Η προσπάθεια όμως αυτή έμεινε χωρίς αποτέλεσμα. Γιατί η απονομή της Ποινικής Δικαιοσύνης , που αποτελεί από τη φύση της ιδιαίτερα δραστικό μέσο εξαναγκασμού, ήταν απαραίτητη στον Τούρκο κατακτητή για την εξασφάλιση της κυριαρχίας του πάνω στο υποδουλωμένο Έθνος. Έτσι σχεδόν σε όλη την Ελλάδα η ποινική εξουσία περιήλθε στα χέρια των πασάδων ,που την ασκούσαν με τους Τούρκους ιεροδικαστές, τους Καδήδες και τους Μουλάδες. Το Δίκαιο που εφάρμοζαν ήταν θεοκρατικό στηριγμένο στο Κοράνι και απέβλεπε στην ενίσχυση της τουρκικής κυριαρχίας. Μόνο κατ’ εξαίρεση, σε ορισμένες περιοχές, συγκεκριμένα σε ορισμένα νησιά και στη Μάνη, που είχαν πάρει από το Σουλτάνο το λεγόμενο «ειδικό δικαστικό προνόμιο», δηλαδή το προνόμιο να μη στέλνεται στις περιοχές αυτές Τούρκος δικαστής, εκεί η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης έμεινε σε ελληνικά χέρια.  Στις περιοχές αυτές την ποινική δικαιοσύνη την ασκούσε ένας Έλληνας, αναγνωρισμένος από την Πύλη σαν δικαστής και οι δημογέροντες.  Το Δίκαιο που εφαρμοζόταν σ’ αυτές τις περιπτώσεις είχε τον εμπειρικό χαρακτήρα μιας «βιβλικής» δικαιοσύνης και στηριζόταν στα τοπικά έθιμα τις συνήθειες και τις ιστορικές μνήμες , χωρίς να πάρει ποτέ τη μορφή οργανωμένου συστήματος ποινικών κανόνων. Έτσι η ιστορική εξέλιξη που ενδιαφέρει άμεσα από τη σκοπιά του σημερινού μας Ποινικού Δικαίου αρχίζει με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Από τις πρώτες μέρες του απελευθερωτικού αγώνα έγινε έντονα αισθητή η ανάγκη για την ίδρυση ελληνικών ποινικών δικαστηρίων και για τη διατύπωση ελληνικών ποινικών νόμων. Γι’ αυτό το λόγο στις 3 Μαΐου 1822 το Βουλευτικό στην Κόρινθο εξέδωσε τη «διάταξη των δικαστηρίων» που μ’ αυτήν ιδρύονταν ελληνικά ποινικά δικαστήρια και καθοριζόταν η «καθ’ ύλην» αρμοδιότητα τους πάνω στη βάση των δύο βαθμών δωσιδικίας. Παράλληλα  η πρώτη Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο όρισε ότι το Εκτελεστικό Σώμα  πρέπει να φροντίσει για τη σύνταξη ανάμεσα σε άλλα νομοθετήματα  και Ποινικού Κώδικα. Οι περιπέτειες του αγώνα είχαν όμως σαν συνέπεια να καθυστερήσει η εκπλήρωση αυτού του έργου. Έτσι η δεύτερη Εθνοσυνέλευση στο Άστρος συγκρότησε την 1η Απριλίου 1823 μια επιτροπή με εννέα μέλη για τη σύνταξη Ποινικού Κώδικα. Η επιτροπή αυτή – που κανένα μέλος της δεν ήταν νομικός  παρέδωσε νόμο που ψηφίστηκε και πήρε το όνομα «Απάνθισμα των εγκληματικών της δευτέρας των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως»

 Ο ποινικός αυτός νόμος στερείτε Γενικού Μέρους και δεν έχει σαφή συστηματική διάρθρωση και πληρότητα στην πρόβλεψη των διαφόρων εγκλημάτων. Έτσι δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί με τα σημερινά κριτήρια ως Κώδικας. Όμως σπάνια ένα νομοθέτημα αποδίδει τόσο πιστά και με τόσο ζωντανό τρόπο τις ανάγκες της πραγματικότητας που καλείται να ρυθμίσει. Με τις διατάξεις του το «Απάνθισμα» εκφράζει όλη τη δίψα του επαναστατημένου Λαού για πολιτικές ελευθέριες για την κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, για τη δημιουργία μιας εσωτερικής τάξης που να εξασφαλίζει τον καθένα για την ενίσχυση του κύρους και της αποτελεσματικότητας του αντιπροσωπευτικού κράτους που γεννιόταν μέσα από τη φωτιά του αγώνα. Οι συντάκτες του «Απανθίσματος» ήταν σίγουρα φορείς ενός πνεύματος, που αντλούσε εμπνεύσεις από τη Γαλλική Επανάσταση. Όμως το «Απάνθισμα» σε τίποτα δεν φαίνεται να έχει μιμηθεί ξένο νομοθετικό κείμενο. Είναι ένα μάλλον εμπειρικό νομοθέτημα που προσπαθεί να ικανοποιήσει ανάγκες της ζωής με ένα τρόπο πολύ άμεσο χωρίς θεωρητικές προκατασκευές.

Με το ψήφισμα του βουλευτικού την 1η Ιουλίου 1824 το «Απάνθισμα» μπήκε σε εφαρμογή για όλες τις απελευθερωμένες περιοχές της Ελλάδας και οριζόταν ότι τα κενά που πρέπει να καλύπτονται με βάση τα «Βασιλικά» και τους νόμους της «Διοικήσεως».

Σημαντικό για την ιστορία του νεώτερου Ποινικού Δικαίου μας είναι από την επαναστατική περίοδο και το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος» του 1827 που ψηφίστηκε στην Τρίτη Εθνοσυνέλευση. Το Σύνταγμα αυτό προέβλεπε δύο από τις βασικές αρχές, που διέπουν κάθε δημοκρατικό Ποινικό Δίκαιο. Συγκεκριμένα στο άρθρο 16 οριζόταν ότι «Ο νόμος ασφαλίζει την προσωπική εκάστου ελευθερία. Κανένας δεν μπορεί να εναχθεί ή να φυλακωθεί ει μη κατά τους νομίμους τρόπους» και στο άρθρο 134 ότι «η δικαστική εξουσία δικάζει κατά τους γραπτούς νόμους του Έθνους».

Το «Απάνθισμα των εγκληματικών» ίσχυσε συμπληρωμένο και με ειδικούς ποινικούς νόμους και εφαρμοζόταν στο βαθμό που τούτο ήταν κάτω από τις τότε συνθήκες πρακτικά δυνατό και σε όλη τη διάρκεια της καποδιστριακής περιόδου και στα δύο πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα.

Στις 19 Απριλίου 1834 μπήκε σε ισχύ ο Ποινικός Κώδικας του 1834, που συνέταξε ο Γερμανός νομομαθής Ludwing von Maurer, ως μέλος της τριμελούς Βαυαρικής αντιβασιλείας του ανηλίκου Όθωνα. Ο  Maurer ήταν οπαδός του καλούμενου «πατέρα» του νεώτερου Ποινικού Δικαίου γερμανού Anselm von Feuerbach που εξειδίκευσε με μεγάλη συνέπεια και συστηματικότητα τις φιλελεύθερες αρχές του πνεύματος του 19ου αιώνα και της Γαλλικής Επανάστασης στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου. Έτσι ο Ποινικός Κώδικας που συνέταξε ο Maurer, είχε ως πρότυπα τις νομοθετικές εργασίες του Feuerbach, δηλαδή τον Βαυαρικό Ποινικό Κώδικα του 1813 και τα βαυαρικά σχέδια του 1822, 1827 και 1831, που απέδιδαν με πιστό τρόπο την φιλελεύθερη αντίληψη εκείνης της εποχής στο χώρο του Ποινικού Δικαίου. Γι’ αυτό το λόγο η εισαγωγή του Ποινικού Κώδικα του 1834, ναι μεν αποτελεί διακοπή της προσπάθειας που άρχισε με την σύνταξη του «Απανθίσματος» να διαμορφωθεί το Ποινικό Δίκαιο στην απελευθερωμένη Ελλάδα με έναν τρόπο αυτόχθονο, συνιστά όμως θεμελίωσή του, ήδη από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της νεώτερης Ελληνικής Πολιτείας, πάνω στις αρχές του Κράτους Δικαίου, που προσπαθούν προπαντός να εξασφαλίσουν το άτομο από κρατικές αυθαιρεσίες στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου. Ο Ποινικός Κώδικας του 1834 δεν ήταν επομένως, κοιταγμένος από αυτή τη σκοπιά, ξένο σώμα μέσα στην τότε Ελληνική πραγματικότητα, αντίθετα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του μόλις απελευθερωμένου από την καταπίεση και την αυθαιρεσία της τουρκοκρατίας Ελληνικού λαού.

Ο κώδικας του 1834 έμεινε σε ισχύ 116 χρόνια δηλαδή μέχρι το 1950, συμπληρωμένος βέβαια με διάφορα νεώτερα νομοθετήματα. Το 1911, στο πλαίσιο της γενικότερης τότε προσπάθειας που άρχισε στον τόπο μας για την αναμόρφωση των θεσμών της χώρας, αλλά και της έντονης τότε τάσης στην Ευρώπη για αναθεώρηση του Ποινικού Δικαίου με βάση νεώτερες αντιλήψεις, άρχισαν οι εργασίες για τη σύνταξη νέου Ποινικού Κώδικα. Οι εργασίες αυτές συνεχίστηκαν τριάντα χρόνια, απέδωσαν σειρά σχεδίων και οδήγησαν στην διατύπωση του Ποινικού Κώδικα του 1950, που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951.

Το Νομοθέτημα αυτό δεν αποτελεί απλώς βελτίωση του κώδικα του 1834, ούτε και έχει ως πρότυπο ξένο κώδικα ή σχέδιο μ’ όλο που βέβαια στη σύνταξή του αξιοποιήθηκαν οι νεώτερες νομοπαρασκευαστικές εργασίες σε άλλες χώρες, ιδίως στην Γερμανία και Ελβετία. Ο κώδικας αυτός αποτελεί μία εξ’ υπαρχής και αυτοδύναμη αναμόρφωση των θεσμών του Ποινικού μας Δικαίου με βάση τα δεδομένα των σύγχρονων αναζητήσεων, τόσο στο δογματικό πεδίο όσο και στο χώρο της αντεγκληματικής πολιτικής, για την ικανοποίηση των αναγκών της Ελληνικής πραγματικότητας. Έτσι με την ισχύ του Κώδικα αυτού άρχισε μία νέα περίοδος στην Ιστορία του Ποινικού μας Δικαίου».

Πράγματι η εμπειρία μου ως νομικού και μαχόμενου Δικηγόρου κυρίως στον χώρο του ποινικού Δικαίου, είναι ότι με το ΠΔ 283/1985 που κωδικοποίησε τον ποινικό μας κώδικα και όλα τα νομοθετήματα που επακολούθησαν έως τις μέρες μας και επέφεραν τις ισχύουσες τροποποιήσεις του, η Ελληνική πολιτεία με το πλήθος των αξιών νομομαθών – Πανεπιστημιακών και λειτουργών της Δικαιοσύνης – κάνει συνεχώς βήματα προόδου ώστε το Ποινικό Δίκαιο να ασκεί την προστατευτική για τα έννομα αγαθά λειτουργία του.

 «Αυτήν την αποστολή του, τότε μόνο μπορεί να εκπληρώσει το Ποινικό Δίκαιο, όταν η χρήση της ποινής γίνεται με μεγάλη φειδώ και μετριοπάθεια μόνο δηλαδή στις περιπτώσεις εκείνες και το μέτρο που η συνείδησή της Δικαιοσύνης το αξιώνει και το καλύπτει». (ΑΓ. ΜΑΓΚΑΚΗΣ).

«Η νομοθετική εξουσία πρέπει να δημιουργεί περισσότερη ελευθερία από όση καταστρέφει με την επιβολή ποινικών κυρώσεων. Η νομοθετική πρόβλεψη τέτοιων ποινικών κυρώσεων επιτρέπεται μόνον για το σκοπό της προστασίας άλλων μεγαλύτερης ή έστω ίσης σημασίας αγαθών του ατόμου ή του κοινωνικού συνόλου» (ΑΓ. ΜΑΓΚΑΚΗΣ).

«Αυτό είναι το ηθικό καθήκον του ποινικού Δικαίου: Να επιβάλει επί της γης την ηθική. Η ανθρωπότητα έχει πολύ πικρή πείρα της αλαζονείας του Δικαίου. Γιατί τα ποιο μεγάλα εγκλήματα στην ιστορία τελέστηκαν από καθεστώτα που ισχυρίζονταν ότι μονοπωλούσαν την ηθική και που γι΄ αυτό ανέθεσαν στην Δικαιοσύνη τους, να την επιβάλει» (ΑΓ. ΜΑΓΚΑΚΗΣ).

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις ήταν η «Ιερή Εξέταση» και το ναζιστικό καθεστώς!!! (ΑΓ. ΜΑΓΚΑΚΗΣ).

Ioύνιος 2014

Χρήστος Α. Πλειώτας

Δικηγόρος